κατεργάζομαι

κατεργάζομαι
κατεργάζομαι
effect by labour
pres ind mp 1st sg
κατεργάζομαι
effect by labour
pres ind mp 1st sg (attic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • κατεργάζομαι — κατεργάζομαι, κατεργάστηκα, κατεργασμένος βλ. πίν. 36 Σημειώσεις: κατεργάζομαι : μόνο με μεταβατική αξία (κατεργάζομαι κάτι). Επομένως η ισοδυναμία στους περιφραστικούς χρόνους είναι έχω κατεργαστεί (κάτι) / (το) έχω κατεργασμένο …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κατεργάζομαι — (AM κατεργάζομαι) επεξεργάζομαι ένα υλικό για να κατασκευάσω κάτι από αυτό (α. «κατεργάζομαι τον χαλκό» β. «κατεργασμένο ατσάλι» γ. «τὸν κατειργασμένον σῑτον», Διον. Αλ. δ. «μέλι πολλὸν μὲν μέλισσαι κατεργάζονται», Ηρόδ.) αρχ. 1. (με ενεργ. και… …   Dictionary of Greek

  • κατεργάζομαι — κατεργάστηκα, κατεργασμένος, εργάζομαι με κόπο και προσοχή πάνω σε υλικό για να κατασκευάσω κάτι απ αυτό, το επεξεργάζομαι: Κατεργάζομαι μέταλλα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κατεργάζεσθε — κατεργάζομαι effect by labour pres imperat mp 2nd pl κατεργάζομαι effect by labour pres ind mp 2nd pl κατεργάζομαι effect by labour pres imperat mp 2nd pl (attic) κατεργάζομαι effect by labour pres ind mp 2nd pl (attic) κατεργάζομαι effect by… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεργαζομένων — κατεργάζομαι effect by labour pres part mp fem gen pl κατεργάζομαι effect by labour pres part mp masc/neut gen pl κατεργάζομαι effect by labour pres part mp fem gen pl (attic) κατεργάζομαι effect by labour pres part mp masc/neut gen pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεργαζόμεθα — κατεργάζομαι effect by labour pres ind mp 1st pl κατεργάζομαι effect by labour pres ind mp 1st pl (attic) κατεργάζομαι effect by labour imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) κατεργάζομαι effect by labour imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεργαζόμενον — κατεργάζομαι effect by labour pres part mp masc acc sg κατεργάζομαι effect by labour pres part mp neut nom/voc/acc sg κατεργάζομαι effect by labour pres part mp masc acc sg (attic) κατεργάζομαι effect by labour pres part mp neut nom/voc/acc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεργασαμένων — κατεργάζομαι effect by labour aor part mp fem gen pl κατεργάζομαι effect by labour aor part mp masc/neut gen pl κατεργάζομαι effect by labour aor part mp fem gen pl (attic) κατεργάζομαι effect by labour aor part mp masc/neut gen pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεργασθησομένων — κατεργάζομαι effect by labour fut part mp fem gen pl κατεργάζομαι effect by labour fut part mp masc/neut gen pl κατεργάζομαι effect by labour fut part mp fem gen pl (attic) κατεργάζομαι effect by labour fut part mp masc/neut gen pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεργασθέντα — κατεργάζομαι effect by labour aor part mp neut nom/voc/acc pl κατεργάζομαι effect by labour aor part mp masc acc sg κατεργάζομαι effect by labour aor part mp neut nom/voc/acc pl (attic) κατεργάζομαι effect by labour aor part mp masc acc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”